ΚΙΒΩΤΟΣ

...Ταξιδεύοντας στο χρόνο, με φίλους που δεν πρόλαβαν να "μεγαλώσουν"... Και όλο ταξιδεύουμε μαζί, αναζητώντας το Νησί της Ελευθερίας των Ανθρώπων...




Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2016

Μαγιάσης: Αντιστασιακός και αδίστακτος συνεργάτης των ναζί

Kreta, Kondomari, Erschieung von Zivilisten
ΡΕΠΟΡΤΑΖ: ΝΙΚΟΛΑΣ ΑΓΓΕΛΙΝΟΣ

Η Κρήτη αποτελεί αναμφίβολα μια από τις περιοχές της Ελλάδας που επλήγησαν όσο λίγες από την εκδικητική μανία των ναζί κατακτητών.
Το χώμα του νησιού ποτίστηκε με το αίμα αναρίθμητων απλών ανθρώπων, που έδωσαν τη ζωή τους για την αποτίναξη του γερμανικού ζυγού. Η εξόντωση των ανυπόταχτων αυτών ανθρώπων επιτεύχθηκε είτε από τους ίδιους τους εντολοδόχους του Γ' Ράιχ, είτε από τους ντόπιους συνεργάτες του.


Είναι κοινός τόπος, μάλιστα, ότι κάποιοι από τους σουμπερίτες, όπως ονομάζονταν οι Έλληνες προδότες στην Κρήτη, επιδείκνυαν στους συμπατριώτες τους πολύ μεγαλύτερη σκληρότητα απ' ό,τι οι Γερμανοί.
Στο νησί, ένα όνομα έχει ταυτιστεί όσο κανένα άλλο με τη λέξη "δωσίλογος": Αυτό του Νίκου Μαγιάση, του διερμηνέα του Φρουραρχείου Μοιρών, ο οποίος από αντιστασιακός εξελίχθηκε σε αδίστακτο εξολοθρευτή των Κρητικών αντιστασιακών, και όχι μόνο.
Σύμφωνα με μαρτυρίες, ο Μαγιάσης ευθύνεται για το θάνατο περισσότερων από 350 πατριωτών. Παρ' όλα αυτά, ο διάσημος συνεργάτης των ναζί αποτέλεσε μια από τις ομολογουμένως λίγες περιπτώσεις δωσίλογων που μετά την απελευθέρωση πήραν αυτό που τους άξιζε...
Ο Νικόλαος Μαγιάσης ήταν γόνος εύπορης οικογένειας των Αθηνών. Κατά δήλωση του ίδιου και σύμφωνα με τη ληξιαρχική πράξη θανάτου του, το επάγγελμά του ήταν ζωγράφος. Όπως αναφέρει στη "Νέα Κρήτη" ο δικηγόρος Ηρακλείου Γιώργος Καρτσωνάκης, ο πατέρας του Νίκου Μαγιάση, Βασίλης, ήταν γνωστός ακαδημαϊκός, αλλά και πρόεδρος του Ελληνογαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών.
Σύμφωνα με τον κ. Καρτσωνάκη, τόσο ο Βασίλης Μαγιάσης, όσο και ο γιος του και αδερφός του Νίκου, Γιώργος, είχαν αναπτύξει κατά την Κατοχή αντιστασιακή δράση. Ο Γιώργος Μαγιάσης είχε τιμηθεί μάλιστα με δεκάδες παράσημα ανδρείας.
Το μεγάλο παράδοξο, πάντως, στην περίπτωση του περιβόητου δωσίλογου είναι ότι, σύμφωνα πάντα με τον κ. Καρτσωνάκη, ο Νίκος Μαγιάσης υπήρξε και ο ίδιος αντιστασιακός.
Για του λόγου το αληθές, είχε καταδικαστεί για την «αντιγερμανική δράση» του σε τετράμηνη φυλάκιση και διετή εξορία. Όπως μας πληροφορεί ο Γιώργος Καρτσωνάκης, ο Μαγιάσης εξέτισε κανονικά την ποινή φυλάκισής του. Μετά την αποφυλάκισή του τού προτάθηκε από τους κατακτητές να συνεργαστεί μαζί τους, καθώς ήταν γνώστης της γερμανικής γλώσσας. Ως αντάλλαγμα, θα γλίτωνε την εξορία. Όπερ και εγένετο.
Ο νεαρός Μαγιάσης μπαινόβγαινε στους διαδρόμους της Κομαντατούρ, στην πρωτεύουσα, ωστόσο δεν άργησε να γίνει αντιληπτός από πατριώτες αντιστασιακούς, οι οποίοι φέρονται να μετέφεραν στον πατέρα του τα "καμώματα" του γιου του.
Σύμφωνα με τον κ. Καρτσωνάκη, ο Βασίλης Μαγιάσης μόλις έμαθε για τη συνεργασία του παιδιού του με τους ναζί ντράπηκε και του ζήτησε να σταματήσει τη φιλοναζιστική του δράση. Ο Νίκος υπάκουσε. Του προτάθηκε τότε από τους Γερμανούς να συνεχίσει την αντιπατριωτική του δραστηριότητα στην Κρήτη, και συγκεκριμένα στα Χανιά, όπου δεν ήταν γνωστός.
Με την κάθοδό του, ωστόσο, στα Χανιά, ο Νίκος φέρεται να προσπάθησε να έρθει σε επαφή με στελέχη της αντιστασιακής κρητικής οργάνωσης ΕΟΚ. Αυτή του η προσπάθεια έγινε αντιληπτή από τους ναζί, οι οποίοι έστειλαν τον Μαγιάση στο Ηράκλειο.
«(...) κατηγορείται ως υπαίτιος του ότι κατά Σεπτέμβριον 1943 εν τη θέσει Οροπέδιον Νίδας Ανωγείων Μυλοποτάμου εκ προμελέτης απεφάσισε και εσκεμμένως εξετέλεσε ανθρωποκτονίαν κατά του Μιχαήλ Βασιλείου Βρέντζου (...)», γράφει το ένταλμα φυλάκισης που υπογράφεται από τον ανακριτή Ρεθύμνου.
Ούτε όμως στο Ηράκλειο έμελλε να στεριώσει, καθώς μετά από λίγο καιρό ο Μαγιάσης μεταφέρθηκε στις Μοίρες. Εκεί τοποθετείται στο Φρουραρχείο Μοιρών, όπου αναλαμβάνει χρέη διερμηνέα των Γερμανών. Ωστόσο, όπως φάνηκε στη συνέχεια, δεν έμεινε απλώς στα καθήκοντα του διερμηνέα, αφού εξελίχθηκε σε βασανιστή, αλλά και δολοφόνο αντιστασιακών συμπατριωτών του.
H ληξιαρχική πράξη θανάτου του Μαγιάση, όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι «ενεφανίσθη ο Νικόλαος Βασιλογαμβράκης, ετών 66, επαγγέλματος "υπηρέτης δημόσιου Νοσοκομείου", κάτοικος Ηρακλείου, γνωστός μοι και εδήλωσεν ότι εν Ηρακλείω και εν τω Πανανείω Δημοτικώ Νοσοκομείω την 30ή του μηνός Απριλίου, ημέραν Τετάρτην και ώραν 5 μετά μεσημβρία του 1947 έτους, απεβίωσε ο Νικόλαος Μαγιάσης» (από το αρχείο Γεωργίου Χ. Καρτσωνάκη).

Η καταδίκη σε θάνατο
Ο Μαγιάσης συνελήφθη στην πρωτεύουσα μετά την απελευθέρωση. Φοβούμενος, προφανώς, μην αναγνωριστεί, ακόμη και στην Αθήνα, ο προδότης κυκλοφορούσε ντυμένος με την αντάρτικη στολή του ΕΛΑΣ. Παρ' όλα αυτά, ο Μαγιάσης έγινε τελικά αντιληπτός από έναν Κρητικό - από την Αγία Γαλήνη Ρεθύμνου - που βρισκόταν εκείνη την περίοδο στην πρωτεύουσα και ο οποίος τον παρέδωσε στις Αρχές.
Μετά τη συγκρότηση των ειδικών δικαστηρίων δωσίλογων, ο Μαγιάσης παραπέμφθηκε σε ουκ ολίγες δίκες. Σε μια από αυτές ήταν κατηγορούμενος για τη δολοφονία του νεαρού Σταύρου Ανδρεαδάκη από το Σοκαρά Ηρακλείου, τον Αύγουστο του 1944.
Ο Ανδρεαδάκης είχε συλληφθεί όταν, σε έρευνα που έγινε από τους Γερμανούς στο γαϊδουράκι του, βρέθηκε να μεταφέρει όπλα και έγγραφα του ΕΛΑΣ. Ο Ανδρεαδάκης, που ήταν, όπως ανέφερε ο ίδιος ο Μαγιάσης, 18, το πολύ 19 ετών, υπέστη φρικτά βασανιστήρια και ξεψύχησε με μαρτυρικό τρόπο.
Το πτώμα του δεν κατέστη δυνατό να αναγνωριστεί και αυτός φέρεται να είναι και ο λόγος για τον οποίο ο Μαγιάσης αθωώθηκε στην επίμαχη δίκη. Εκτός από τη δίκη για τη δολοφονία του Σταύρου Ανδρεαδάκη, ο Μαγιάσης κάθισε κι άλλες φορές στο εδώλιο, για να δικαστεί για την προδοτική του δράση: Σε μια από αυτές, στα τέλη του 1945, καταδικάστηκε σε θάνατο από το Δικαστήριο Δωσίλογων Ηρακλείου, για την υπόθεση της εκτέλεσης των 27 πατριωτών κατοίκων του Σοκαρά τον Αύγουστο του 1944.
Ο Μαγιάσης ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος στη δίκη που διεξήχθη το Δεκέμβριο του 1945. Με την υπ' αριθμό 57/1945 αμετάκλητη απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου, ο Μαγιάσης κηρύχτηκε ένοχος «διότι κατά τη διάρκεια της εχθρικής κατοχής ανέλαβε υπηρεσία στις Αρχές Κατοχής, δηλαδή ως διερμηνέας της Γερμανικής Μυστικής Αστυνομίας (Γκεστάπο) και έγινε συνειδητό όργανο του εχθρού, άσκησε το λειτούργημα αυτό κατά τρόπο πιεστικό για το λαό και διευκόλυνε έτσι το έργο των Αρχών Κατοχής, όντας δε οπλισμένος με πυροβόλο όπλο, προέβαινε σε πράξεις βίας σε βάρος Ελλήνων πολιτών, με τη σύμπραξη των Οργάνων της Κατοχής και για τις πράξεις αυτές καταδικάστηκε σε θάνατο».
Το Μάρτιο του 1946, ο Μαγιάσης καταδικάστηκε, επίσης, σε θάνατο για την υπόθεση της εκτέλεσης 24 αντιστασιακών κατοίκων της Γέργερης, τρεις μόλις ημέρες πριν τα γεγονότα στο Σοκαρά! Εξάλλου, όπως μας λέει ο Γιώργος Καρτσωνάκης, ο Νίκος Μαγιάσης καταδικάστηκε και για παρόμοια υπόθεση εκτέλεσης αντιστασιακών στο χωριό του Ζαρού. Ωστόσο, στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Μαγιάσης «απηλλάγη λόγω δεδικασμένου», καθώς δεν μπορούσε να δικαστεί και τρίτη φορά για το ίδιο αδίκημα.

Η εκδίκηση του "Τηγανίτη": Του κάρφωσε το μαχαίρι τρεις φορές
Η... τελευταία φορά που ο Μαγιάσης επρόκειτο να καθίσει στο εδώλιο ήταν στις 30 Απριλίου του 1947. Εκείνη τη μέρα, ο προδότης δικαζόταν από το Δικαστήριο Δωσίλογων για τη δολοφονία του Ανωγειανού βοσκού, Μιχάλη Βρέντζου, στο Οροπέδιο της Νίδας, στον Ψηλορείτη.
Ο Βρέντζος εκτελέστηκε από τον Μαγιάση, επειδή είχε φιλέψει νερό και ψωμί σε αντάρτες που είχαν βρει καταφύγιο στον Ψηλορείτη. Στην κατάμεστη αίθουσα του σημερινού Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου βρισκόταν και ο αδερφός του Μιχάλη Βρέντζου, Γιώργης.
Ο Γιώργης Βρέντζος, γνωστός ως «Τηγανίτης», είχε αποφασίσει να πάρει εκδίκηση για το θάνατο του αδερφού του. Για το λόγο αυτό, είχε προετοιμαστεί καταλλήλως: Σύμφωνα με τον Γιώργο Καρτσωνάκη, μια ημέρα πριν τη δίκη είχε πάει στο Δικαστικό Μέγαρο Ηρακλείου και, χρησιμοποιώντας φαρμακευτικό τσιρότο, κόλλησε στο εσωτερικό του πρώτου δικηγορικού εδράνου εντός της αίθουσας, ένα μαχαίρι.
Την επομένη κι αφού είχε καταθέσει ως τρίτος μάρτυρας κατηγορίας, ο δωσίλογος αναμείχθηκε με τους δικηγόρους που παρακολουθούσαν τη δίκη.
Ξαφνικά, χωρίς να γίνει αντιληπτός, αρπάζει το μαχαίρι κι «εκμεταλλευόμενος το διάδρομο που είχε ανοιχθεί για να περάσει ο επόμενος μάρτυρας, προσέγγισε τον καθήμενο Νικόλαο Μαγιάση και πριν οι χωροφύλακες αντιληφθούν την πρόθεσή του, κάρφωσε τρεις φορές το μαχαίρι στην κοιλιά τού κατηγορουμένου. Οι χωροφύλακες αιφνιδιάστηκαν, αλλά επενέβησαν και κατόρθωσαν να τον αφοπλίσουν.
Αμέσως ο δικηγόρος της Πολιτικής Αγωγής (και συγγενής του "Τηγανίτη"), Βασίλειος Βρέντζος, προειδοποίησε τους χωροφύλακες να μην κακοποιήσουν ή πυροβολήσουν το δράστη, διότι οι Ανωγειανοί έχουν ναρκοθετήσει το Δικαστικό Μέγαρο και θα το ανατινάξουν.
Έτσι προστάτευσε τον Γεώργιο Βρέντζο και οι χωροφύλακες τον παρέδωσαν αργότερα στους δικαστές, οι οποίοι εξαρχής είχαν κρυφτεί στην αίθουσα διασκέψεων.
Ο Νικόλαος Μαγιάσης μεταφέρθηκε αιμόφυρτος στο Πανάνειο Νοσοκομείο Ηρακλείου, όπου και εξέπνευσε από ακατάσχετη αιμορραγία στην ηλικία των 32 ετών. Ήταν 30 Απριλίου 1947, ημέρα Τετάρτη και ώρα 5η απογευματινή ακριβώς...
Αμέσως τον "Έλληνα" Νικόλαο Μαγιάση "θρήνησε" η λαϊκή Μούσα: «Ένας αετός των Βρέντζηδων έσφαξε τον Μαγιάση. Κι όλοι μαζί φωνάξαμε, η χέρα του ν' αγιάσει. Μέσα στο Δικαστήριο γιατί 'χενε σκοτώσει κι έπρεπε οπωσδήποτε ζωή να παραδώσει».

Υπόθεση Ανδρεαδάκη: Τον συνέθλιψαν με ερπυστριοφόρο
Ο δικηγόρος Γιώργος Καρτσωνάκης στο πόνημά του "Το χρονικό της Σπηλιάρας του Σοκαρά" εξιστορεί με ιδιαίτερα γλαφυρό τρόπο τα όσα ανατριχιαστικά συνέβησαν στην υπόθεση του Σταύρου Ανδρεαδάκη.
«Στις 12 Αυγούστου 1944 ο έφηβος Σοκαριανός Σταύρος Ανδρεαδάκης επιφορτίστηκε από την οργάνωση του ΕΑΜ του Σοκαρά και συγκεκριμένα από τον υπεύθυνο της Οργανώσεως της περιφέρειας Μονοφατσίου Ιωάννη Τριανταφύλλου, κάτοικο Ηρακλείου, και τον πρόεδρο της Οργανώσεως του χωριού Σοκαρά Αριστείδη Γυπαράκη, να μεταβεί στο χωριό Αχεντριά και να διαβιβάσει διάφορα έγγραφα σοβαρού περιεχομένου στην εκεί οργάνωση. Επιστρέφων, ως ήτο φυσικό, παρέλαβε, εκ της Οργανώσεως Αχεντριά, έγγραφα επίσης σοβαρού περιεχομένου, όπλα και σφαίρες, προοριζόμενα για την Οργάνωση του Σοκαρά, τα οποία έκρυψε εντός φορτίου ξύλων, που φόρτωσε επί του ημιόνου του.
»Κατά την επιστροφή του όμως στο Σοκαρά τον συνέλαβαν οι Γερμανοί κοντά στο Μεσοχωριό, ερεύνησαν αυτόν και ανεύρον πάντα τα υπ' αυτού κομιζόμενα, έγγραφα, όπλα και σφαίρες. Τον μετήγαγαν αμέσως στην Γερμανική Αστυνομία Χάρακα, όπου ανακρίθηκε πρώτα από τον φρούραρχο Πύργου, τον Βίλλυ Κούκλερ, και μετά τον παρέδωσαν στην εντεταλμένη Γερμανική Αστυνομία Μοιρών.
»Εκεί ανακρίθηκε από τον Φρούραρχο της Γκεστάπο Μοιρών, τον διαβόητο Τίτο Σπρέγκερ. Στο Φρουραρχείο Μοιρών υπηρετούσε, ως διερμηνέας, ο "Έλληνας" Νικόλαος Μαγιάσης.
»Ολιγομελής ομάδα του ΕΑΜ του Σοκαρά αμέσως μετά τη σύλληψη του Σταύρου και τη μεταφορά του στο Χάρακα, υπολογίζοντας ότι θα μετεφέρετο στο Ηράκλειο, έστησαν ενέδρα μεταξύ Πραιτωρίων και Λιγορτύνου στη γέφυρα του Αναποδάρη, για να τον απαγάγουν από το απόσπασμα που θα τον συνόδευε, αλλά το απόσπασμα από άλλη διαδρομή κατευθύνθηκε στις Μοίρες κι έτσι χάθηκε η ευκαιρία απελευθέρωσής του. Ο Σταύρος Ανδρεαδάκης υπέστη ανηλεή ξυλοδαρμό.
»Οι πληροφορίες που αμέσως διέρρευσαν βεβαιώνουν ότι ο Ανδρεαδάκης υποβλήθηκε σε απάνθρωπα βασανιστήρια. Γείτονες των φυλακών στις Μοίρες διηγήθηκαν ότι τον σταύρωσαν. Ήταν τόσο το μίσος των δήμιων, που δεν μπορούσαν να πάρουν τις πληροφορίες που ήθελαν λόγω της άρνησης του Σταύρου να προδώσει τα μυστικά της Οργάνωσης που τον εμπιστεύθηκαν, που αναγκάστηκαν να τον δέσουν σε πάσσαλο και ύστερα του έβγαλαν τα δόντια και τα νύχια, του έκοψαν τα αυτιά και στο τέλος του έκοψαν τις πατούσες των ποδιών.
»Το μίσος των δημίων δεν ικανοποιήθηκε ούτε τότε και, για να καλύψουν τις απάνθρωπες πράξεις τους, συνέθλιψαν το σώμα του με ερπυστριοφόρο. Υπολείμματα από το σώμα του ήρωα περισυνέλλεξε ο πατέρας του, Σταμάτης Ανδρεαδάκης, που είχε μεταβεί στις Μοίρες για να παρακαλέσει για την απελευθέρωσή του.
»Ο πρόχειρος ενταφιασμός του έγινε στον τόπο του μαρτυρίου του, στον Άγιο Αντώνιο, περιοχή του Βρέλη Μοιρών. Μετά από μερικούς μήνες, ο πατέρας του, μη αντέχοντας την απώλεια του γιου του και κυρίως τον τρόπο του μαρτυρίου του, τον ακολούθησε στο μακάριο ταξίδι του.
»Για την εκτέλεση του Σταύρου Ανδρεαδάκη παραπέμφθηκε σε δίκη ο διερμηνέας Νικόλαος Μαγιάσης, ο οποίος όμως με την με αριθμό 116/1946 απόφαση του Δικαστηρίου Δωσιλόγων Ηρακλείου "κηρύχτηκε αθώος λόγω αμφιβολιών της κατηγορίας, ότι εξετέλεσε, μετά Γερμανού στρατιώτου, κατ' Αύγουστο 1944, μεταξύ Μοιρών και Αγίου Αντωνίου, ένα παιδί ηλικίας 18-19 ετών, αγνώστου ονοματεπωνύμου, με την κατηγορία ότι έκρυπτε όπλα".
»Αιτία της απαλλαγής ήταν ότι δεν κατέστη δυνατόν να αναγνωριστεί η ταυτότητα του θύματος. Δηλαδή με τα μέσα της εποχής δεν μπόρεσαν οι αρμόδιες Αρχές να ταυτοποιήσουν και να προσδιορίσουν το ονοματεπώνυμο του θύματος.
»Το σώμα του θύματος δεν είχε πρόσωπο, δεν είχε μάτια, δεν είχε αυτιά, δεν είχε χέρια, δεν είχε πόδια. Ήταν ένα πολτοποιημένο σώμα. Δεν μπορούσε κανείς να τον αναγνωρίσει και να πιστοποιήσει την ταυτότητά του.
»Ο ίδιος όμως ο κατηγορούμενος Νικόλαος Μαγιάσης επανειλημμένα είχε καταθέσει ότι, μεταξύ των άλλων λόγων, εξαιτίας των οποίων εκτελέστηκαν 27 Σοκαριανοί, ήταν και το γεγονός ότι "συνελήφθη από τους Γερμανούς στην περιφέρεια Μεσοχωριό, ένας Σοκαριανός, ηλικίας περίπου 20 ετών, ονόματι Ανδρεαδάκης, μεταφέρων όπλα μέσα σε καλάμια, τα οποία είχε φορτωμένα επί όνου και η ανευρεθείσα επ' αυτού διαταγή της Οργανώσεως του ΕΑΜ, ως και έτεραι δύο προκήρυξης της αυτής Οργανώσεως, οι οποίες έλεγαν κατά του αντισυνταγματάρχου Πλεύρη... εκτελεσθείς παρά των Γερμανών".
»Στη δίκη αυτή, που ο Νικόλαος Μαγιάσης αθωώθηκε, μετείχαν οι ίδιοι δικαστές που λίγους μήνες πριν, τον είχαν καταδικάσει σε θάνατο για τη συμμετοχή του στις εκτελέσεις του Σοκαρά. Επομένως ήξεραν τα πλήρη στοιχεία του, "αγνώστου ονοματεπωνύμου", θύματος».

Πηγές:
1) "Το χρονικό της Σπηλιάρας του Σοκαρά" (αποτελεί προδημοσίευση του βιβλίου "Εν Σοκαρά εγένετο...", του Γιώργου Χαρ. Καρτσωνάκη).
2) "Νικόλαος Μαγιάσης. Ο αιμοσταγής τύραννος της Μεσσαράς. Α. Ο δήμιος του Σοκαρά. Β. Ο εκτελεστής του Μιχάλη Βρέντζου. Γ. Ο Δήμιος των 24 μαρτύρων της Γέργερης", του Γιώργου Χαρ. Καρτσωνάκη.
http://www.neakriti.gr/?page=newsdetail&DocID=1363653&srv=127

Δεν υπάρχουν σχόλια: