ΚΙΒΩΤΟΣ

...Ταξιδεύοντας στο χρόνο, με φίλους που δεν πρόλαβαν να "μεγαλώσουν"... Και όλο ταξιδεύουμε μαζί, αναζητώντας το Νησί της Ελευθερίας των Ανθρώπων...




Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2015

ΤΟ ΛΙΚΝΟ ΤΗΣ ΛΑΣΠΟΥΡΙΑΣ



Της Κατερίνας Δήμα

Αυτό το μωρό δεν ξέρω αν θα καταφέρει να μεγαλώσει ή όχι. Δεν ξέρω αν οι γονείς του ζουν, αν θα ζουν, ή ποιος θα το μεγαλώσει. Σε ποια χώρα κατέληξε ή θα καταλήξει. Αν θα έχει μια ασφαλή ζωή, αν θα πεθάνει από πνευμονία, ανενοβλογιά, αν θα γίνει θύμα τραφικινγκ, παιδικής πορνογραφίας, πορνείας, εμπορίας οργάνων, παιδικής σκλαβιάς.

Σοκάρουν αυτές οι λέξεις δίπλα σε ένα μωρό…

Ακόμα και δίπλα σ’ ένα μωρό μέσα σε ένα χαρτόκουτο όπως αυτό, κι όπως τα γατιά που μόλις γεννηθούν τα βάζουν μέσα και τα στραγγαλίζουν ή τα πετάνε ζωντανά στα σκουπίδια να «ψοφήσουν» εκεί.

Σοκάρουν λες και τα μωρά που τους έχουν συμβεί όλα αυτά έπεσαν από ένα διαστημόπλοιο που τα προσγείωσε κατευθείαν μέσα σε σάπιες συνθήκες, λες και αυτά τα μωρά δεν ήταν ποτέ δίπλα μας, λες και ποτέ δεν είχαμε την ευκαιρία να μην στρέψουμε τα μάτια μας απ’ την άλλη.

Λες και δεν ακούγαμε τις κραυγές τους από τη διπλανή πόρτα, δεν τα είδαμε να τριγυρνάνε μόνα τους τις νύχτες, δεν τα είδαμε βρώμικα και πεινασμένα να τα κλωτσάει μια «αγανακτισμένη» αλλά ακόμα κι αν δεν τα κλωτσήσαμε κι εμείς μαζί της, ακόμα κι αν είπαμε «κρίμα το παιδάκι το καημένο» επιταχύναμε το βήμα γιατί ερχόταν το λεωφορείο – κι έτσι ευτυχώς δεν χρειάστηκε να παραδεχτούμε ούτε στον εαυτό μας το «πού να μπλέκω τώρα». Λες και η μικρή Άννυ δεν φώναζε απελπισμένα κάθε νύχτα, λες και μία στοιχειώδης έγνοια μας για τη ζωή, δεν θα μπορούσε να τα έχει αποτρέψει όλα αυτά.

Αυτό το μωρό δεν ξέρω πώς θα μεγαλώσει. Ξέρω ότι τώρα κοιμάται και ξυπνάει ακούγουντας στη διάρκεια της μέρας κλάματα, φωνές, εντάσεις, αγωνία, και τις νύχτες αναστεναγμούς, βογγητά και ψίθυρους. Απελπισίας. Δεν ξέρω πόσοι πέθαναν δίπλα του, πόσες τελευταίες επιθανάτιες κραυγές αγωνίας άκουσε ως τώρα. Αυτό το μωρό το πιάνουν χέρια βρώμικα, επειδή δεν είχαν πού να πλυθούν, το ακουμπάνε χάμω στο σκουπιδότοπο που ζει και του υπόσχονται με κλάματα ή με κομμένη από την κούραση φωνή, μια καλύτερη ζωή.

Του υπόσχονται ένα μεγαλύτερο χαρτόκουτο, μια φυλακή της ψυχής μέσα στην προσφυγιά, στο ρατσισμό, στην αβεβαιότητα, και αυτό στην καλή περίπτωση.

Του υπόσχονται μια καλύτερη ζωή -να ζήσει δηλαδή περικυκλωμένο από ανθρώπους σαν κι αυτούς που κοιτάνε ετούτη τη φωτογραφία και δεν ιδρώνουν, που συνεχίζουν να μασουλάνε τα πατατάκια που άφησε ο κανακάρης μισοτελειωμένα στο τραπέζι της κουζίνας, που θα θυμίσουν στην κόρη φεύγοντας για το γυμναστήριο να πάρει το κινητό μαζί της μη της τύχει τίποτα μικρό κορίτσι στο δρόμο, που θα της πουν να θυμάται όταν βλέπει σκούρους να περνάει απέναντι και να μην τους κοιτάζει γιατί δεν ξέρεις τι κουμάσια είναι, και που όταν τη φώναξε στο δρόμο εκείνος ο σκουρόχρωμος να της δώσει το τσαντάκι με τα καλλυντικά που της έπεσε και που έμοιαζε με πορτοφόλι «ε, θα τον είδε ο κόσμος και δεν πρόλαβε να το χώσει στην τσέπη!» της είπες που σε κοιτούσε απορημένη γιατί ο σκούρος ψιλοκουρελής, της έδωσε πίσω τα πράγματά της, που μετά εσύ στο σπίτι απολύμανες με οινόπνευμα, μην πάθει καμιά χολέρα.

Αυτό το μωρό, θα διεκδικήσει μια καλύτερη ζωή πλάι σε ανθρώπους σαν κι εσένα, που πας και ταΐζεις τους Έλληνες σε συσσίτια της εκκλησίας με τα χτεσινά αποφάγια, γιατί αυτοί τα παίρνουν και λένε κι ευχαριστώ, όχι να κάνουν κιόλας και τους καμπόσους με φωνές και αγριάδες και να ζητάνε πράματα και θάματα λες και τους τα χρωστάμε.

Αυτό το σκουρόχρωμο μωρό θα διεκδικήσει μια καλύτερη ζωή πλάι στον άντρα σου που θα το πάρει στη δουλειά αν είναι αγόρι για χαμάλη, να κουβαλάει καφάσια στην κάβα, 12ωρα κι άμα έχει θα τον πληρώνει, άμα δεν έχει δεν τρέχει και τίποτα, κι αν είναι κορίτσι θα το πάρει ο αδελφός σου στην καφετέρια γκαρσόνα, θα το διατάζει, θα το προσβάλλει θα το ξεθεώνει, κι όταν το χουφτώσει, άμα τολμήσει να πει και κουβέντα η καριόλα αντί να πει κι ευχαριστώ, θα την πετάξει έξω γιατί δεν φτάνει που τους μαζέψαμε όλους εδώ χάμω θα μας μάθει και γράμματα! Όπως η άλλη η μαύρη που πήγε και του’φερε κάτι σωματεία και παπαριές κι ήρθε με το γκόμενο και κουνιότανε, και πήρε κι ο αδελφός σου δυο φουσκωτούς και του ξηγήσανε το όνειρο του μαλάκα, που χάθηκε ο κόσμος να πάει με μια Ελληνίδα, τόσα κορίτσια σαν τα κρύα τα νερά, με τη μαύρη βρήκε ο άπλυτος, αλλά τον βάλανε κι οι φουσκωτοί κι έφτυσε τρία δόντια κι ησύχασε.

Δεν ξέρω αν αυτό το μωρό θα πάει σχολείο, αν θα βρεθεί κοκαλωμένο από το κρύο, αν θα καταλήξει πρεζάκι στο δρόμο απ’ αυτά που περνάς και γυρνάς το κεφάλι σου με απέχθεια, γιατί δεν θα μπορούσε ποτέ να συμβεί σε σένα, ή στο δικό σου το παιδί, γιατί «άλλο εσύ» αυτά συμβαίνουν μόνο στους αλήτες και στους καμένους.

Αυτό το μωρό ότι κι αν απογίνει είναι ο καθρέφτης σου. Εσένα που καμαρώνεις ότι ζεις στο «λίκνο του πολιτισμού». Γιατί αυτός ο αχταρμάς είναι ο πολιτισμός σου έλληνα, ομοφοβικέ, ρατσιστή, που ξιπάζεσαι για τους αρχαίους σου προγόνους και μετά τρέχεις και προσκυνάς κόκαλα και εικόνες, και φιλάς βρωμόχερα που χαϊδεύουν ανήλικα τα βράδια στα μοναστήρια της ορθοδοξίας – της ορθοδοξίας που κατέστρεψε τα αρχαία με τους κασμάδες, με την ίδια μανία που κατέστρεφαν τα μάρμαρα πριν λίγους μήνες οι ISIS στo Iράκ κι εσύ τους κοίταγες στην τηλεόραση κι έλεγες «τους κωλοβάρβαρους».

Αυτό το μωρό ό,τι κι αν απογίνει είναι ο καθρέφτης σου, Ελληνίδα, εσένα που καμαρώνεις ότι ζεις στο «λίκνο του πολιτισμού» και λες το φλιτζάνι στη φιλενάδα σου την ώρα που βάφετε τα μαλλιά η μία της άλλης, γιατί πού λεφτά για κομμωτήριο, κι εκείνη σου λέει τα χαρτιά, κι ύστερα φρεσκοβαμμένες φτιάχνετε τη φανουρόπιτα, και πάτε στολισμένες και σταυροκοπιέστε στο άγιο να σας «φανερώσει» καμιά δουλειά για το παιδί, κι ανάβετε κεριά, και διαβάζετε τα ζώδια, όλα μαζί, ένας πολιτισμένος αχταρμάς, όλα φίρδην μίγδην, μια λασπουριά ψυχής μέσα στο λίκνο σας.

Αυτό που μηρυκάζετε όλοι, ξεδοντιάρηδες μέσα σε μια γρια Ευρώπη που αργοπεθαίνει, που την πνίγει το αίμα από τα εγκλήματα που έκανε αιώνες, που της έχει φτάσει ως το λαιμό, τη σκεπάζει, της ξεβάφει τα ρίμελ απ’τη μούρη, και πέφτουν οι μάσκες και δεν ξέρει από πού να γραπωθεί, εκτός απ’ το φασισμό, για να σώσει το τομάρι της.

Γιατί αυτό είναι το λίκνο σας, «ευρωπαίοι». Ένα χαρτόκουτο για σκουπίδια. Εκεί όπου υποβαθμίσατε την ανθρώπινη ζωή, να βρίσκεται αποκαλώντας την «λαθραία», με την αδιαφορία, την υποταγή, το ξεπούλημα, στον πολιτισμό του τίποτα, που δέχεστε να σας πουλάνε οι παγκόσμιες εξουσίες για ζωή.

kollect

Δεν υπάρχουν σχόλια: